Ωδείο Θεσσαλονίκης

Μέσα στον 2ο αιώνα μ.Χ., στη θέση του υπάρχοντος ορθογώνιου βουλευτηρίου του 1ου αιώνα π.Χ., αποφασίζεται η ανέγερση ενός ωδείου, το οποίο γίνεται μεγαλύτερο μετά τα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ. Το γεγονός ότι στον 3ο μεταχριστιανικό αιώνα η κεντρική ορθογώνια αίθουσα της ανατολικής πτέρυγας αντικαταστάθηκε από ένα νέο, εγγεγραμμένο και πάλι, μεγαλύτερο ωδείο σε προκαθορισμένων διαστάσεων θέση, δημιούργησε ένα κτήριο ξεχωριστής τυπολογίας. Το προσφερόμενο βάθος ήταν δεδομένο εξαιτίας των γειτονικών κτισμάτων. Οι τρεις ορθογώνιοι χώροι στο νότιο τμήμα της πτέρυγας παρέμειναν ακέραιοι. Με δεδομένο το ανάπτυγμα της πρόσοψης και την έλλειψη δυνατότητας πρόσβασης στο εσωτερικό του ωδείου από πλάγιες θέσεις του κοίλου, ο αρχιτέκτονας χωροθέτησε όλες τις προσβάσεις, θεατών και ηθοποιών, στην πρόσοψη. Οι ηθοποιοί εισέρχονταν από τις ακραίες θύρες, από εκείνες δηλαδή που σώζουν ακόμη τα θυρώματά τους, ενώ το κοινό χρησιμοποιούσε τις ενδιάμεσες θύρες. Εισερχόταν, δηλαδή, κανείς σε έναν επιμήκη προθάλαμο, κάτω ακριβώς από το δάπεδο της σκηνής, και στη συνέχεια διοχετευόταν δεξιά και αριστερά όπου υπήρχαν κλίμακες ανόδου στο μοναδικό διάζωμα του κοίλου.Από τη σχέση σκηνής και προθαλάμου εισόδου σε δύο επάλληλα επίπεδα προκύπτει μοναδική τυπολογία για το ωδείο της Θεσσαλονίκης, καθώς αναγκαστικά το δάπεδο της σκηνής ήταν αρκετά υπερυψωμένο. Ταυτόχρονα ο αρχιτέκτονας φρόντισε να μετριάσει το ύψος του προσκηνίου, που διαμορφώνεται με εναλλασσόμενες κόγχες με οίκους ανεβάζοντας το δάπεδο της ορχήστρας σε οριακή στάθμη, έτσι ώστε να είναι δυνατή και η προσπέλαση των ηθοποιών από τα παρασκήνια, τα οποία βρίσκονταν πλευρικά κάτω από τα πέρατα του κοίλου. Για τους δύο αυτούς λόγους, την παρουσία των παρασκηνίων κάτω από το κοίλο και το μεγάλο ύψος του προσκηνίου, το πόδιο του κοίλου υπερυψώθηκε υπερβολικά, έτσι ώστε οι θεατές των πρώτων εδωλίων να μπορούν να βλέπουν ολόκληρο το χώρο της σκηνής.Αυτό το ιδιαίτερα ψηλό πόδιο αποτέλεσε αφορμή να υποστηριχθεί η άποψη από παλιότερους ερευνητές ότι ο χώρος λειτουργούσε ως αρένα. Η θεωρία αυτή, βέβαια, είναι μάλλον ατυχής εξαιτίας του μικρού μεγέθους της ορχήστρας, αλλά και όλου του κτηρίου, που καθιστούν τη λειτουργία αυτή σχεδόν απαγορευτική. Στη φάση του 3ου αιώνα μ.Χ., το ωδείο ήταν ένα στεγασμένο κτήριο χωρητικότητας 300 ατόμων.Στα μέσα περίπου του 4ου αιώνα προγραμματίστηκε μια επέκταση του ωδείου και παράλληλα η μετατροπή του σε θέατρο. Γιώργος Βελένης και Πολυξένη Αδάμ-ΒελένηΑρχιτέκτονες, ΑρχαιολόγοιΕφορεία Αρχαιοτήτων Περιφέρειας ΘεσσαλονίκηςΔείτε την πλήρη Ταυτότητα του Αρχαίου Ωδείου Θεσσαλονίκης, εδώ.

Σχετικές αναρτήσεις